Το μολυβένιο μπαλόνι που δε βούλιαξε

Της Δήμητρας Αγγελοπούλου
Επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια(1968-1980), μεσουρανούσαν στη ροκ μουσική σκηνή, προσφέροντάς μας ψυχεδελικά κομμάτια , που έκαναν τις απανταχού groupies να στριγγλίζουν υστερικά και τον underground μουσικό τύπο να πλέκει το εγκώμιο του από τότε κιόλας γνωστού ως «μεγαλύτερου συγκροτήματος όλων των εποχών». Έπειτα, ήρθε το τέλος… Ισχύει, όμως, πραγματικά αυτό;
Η αλήθεια είναι πως όσο υπάρχουν στέκια που παίζουν το Immigrant Song, το Black Dog και το Communication Breakdown, καθώς και μεταλάδες που χάνουν τις αισθήσεις τους από το head-banging, ακούγοντάς τα, οι Led Zeppelin δεν πνέουν τα λοίσθια.
Όλα ξεκίνησαν το 1968, όταν ο νεαρός, πλην όμως περιζήτητος και πολλά υποσχόμενος κιθαρίστας Jimmy Page, που τότε έπαιζε στους Yardbirds, με αφορμή τη διάλυση του γκρουπ , εξαιτίας της αποχώρησης του Beck, και δεδομένου ότι είχε κανονιστεί μία μη αναβλητή περιοδεία, προχώρησε στην ανασύσταση των Yardbirds, στρατολογώντας τους Robert Plant(τραγουδιστής με εξαιρετική φωνή, αλλά με μηδαμινή αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα εκείνη την εποχή), J.P.Jones, και John Bonham(γνωστό και ως Bonzo). H νέα μπάντα είχε το «ευφάνταστο» όνομα New Yardbirds. Ναι, τρομερή σύλληψη!
Το συγκρότημα, λοιπόν, έδωσε τα πρώτα του live ως New Yardbirds. Σύντομα, ωστόσο, διαπίστωσαν , πως ο ήχος και το ύφος τους , ούτε κατά προσέγγιση δεν έμοιαζε σ’ αυτό των παλιών Yardbirds. Μπαίνουν , κατά συνέπεια, στην διαδικασία εύρεσης νέου ονόματος, τοποθετώντας ψηλά στη λίστα την ονομασία Mad Boys, μέχρι τη στιγμή που ο Page θυμήθηκε τα λόγια των Moon και Entwistle, όταν άκουσαν το πρώτο demo του καινούριου συγκροτήματος: «Δεν θα γίνει τίποτα. Το συγκρότημα θα βουλιάξει σαν μολυβένιο μπαλόνι(στα αγγλικά: Lead Zeppelin)»(Τι ένστικτο!). Έτσι, παραλείποντας το a, χάριν ευφωνίας, ο Jimmy κατέληξε στο γνωστό κι αγαπημένο “Led Zeppelin”.
Με νέο όνομα ,πλέον, οι Page, Plant, Jones και Bonham αρχίζουν να ηχογραφούν, να κάνουν περιοδείες, να βγάζουν δίσκους και να αποκτούν φήμη αντίστοιχη του ταλέντου τους-ίσως και μεγαλύτερη. Ας μην ξεχνάμε ότι τα δύο πρώτα έτη ζωής τους- το ’68 και το ’69- έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξή τους και στην εμπορική τους επιτυχία, καθώς τότε το ροκ άρχισε να παίρνει χαρακτήρα κοινωνικού κινήματος και οι ροκάδες όλων των ειδών- μεταλάδες, γκοθάδες ,πανκ κλπ. -«επιτρεπόταν» να έχουν διάφορα ακούσματα. Εξάλλου, οι Zep είχαν τη δυναμική να ηγηθούν μιας τέτοιας επανάστασης και , απλά , το έκαναν.
Έτσι, το 1968, ο μάνατζερ του συγκροτήματος Peter Grant τους έκλεισε συμβόλαιο με την Atlantic και οι Zep ηχογραφούν το Led Zeppelin 1p, με τραγούδια όπως το Babe, I’ m gonna leave you, το You shook me-με επιρροές από παραδοσιακά blues και country- το Dazed and Confused-το είχαν παίξει σε ένα μόνο live ως I’ m confused- και φυσικά το hard rock Communication Breakdown. Καινοτομία απετέλεσε η έλλειψη τίτλου στον δίσκο αυτό, κάτι που έκανε τα μουσικά περιοδικά να απορούν και το κοινό να ενδιαφέρεται ακόμα πιο πολύ να τον αγοράσει. Το 1p είναι το πρώτο , το καλύτερο και το πιο progressive CD τους.
Ακολουθούν το 2p(’69), με κομμάτια , όπως το Whole Lotta Love, στο οποίο ο Plant δίνει στην κυριολεξία τα ρέστα του με τις φοβερές ψηλές του και το περίφημο οργασμικό μέρος, το Heartbreaker- το heavy metal - και το θρυλικό Moby Dick, που σε μερικές εκτελέσεις του φτάνει και τα 45 λεπτά, σε διάρκεια. Άξιοι!
Έπεται το 3p(’70), με το κλασσικό πλέον Immigrant Song, το Tangerine(o Page στις δόξες του) και το Since I’ ve been loving you. O κύκλος των άτιτλων δίσκων κλείνει με το μυστηριακό και απίστευτο στιχουργικά 4p(’71) και τραγούδια όπως το Black Dog, το Rock and Roll, το Stairway to heaven- για το οποίο ακούγονταν παρόμοια σχόλια με εκείνα για το Hotel California των Eagles- και το Battle of evermore.
Συνεχίζουμε με το album The houses of the holy(’73). Επιβλητική ατμόσφαιρα, συμβολισμοί, αναφορές στη σκανδιναβική και την κέλτικη μυθολογία, σκοτεινές φιγούρες και κομμάτια σαν το The rain song, το Over the hills and far away, The Ocean και το No Quarter. Η δημιουργικότητα καλά κρατεί.
Το επόμενο album είναι η ζωντανή απόδειξη της θεωρίας ότι όλα τα ωραία πράγματα διαρκούν λίγο. Physical Graffiti(’75) ή αλλιώς «Η αρχή του τέλους». Ξεχωρίζουν το Kashmir, με τις ανατολίτικες επιρροές του και το In my time of dying.
Μετά από αυτή τη δουλειά, οι Zep αποφασίζουν να κάνουν διακοπές ξεχωριστά και να ξανασυναντηθούν στο Παρίσι τον Αύγουστο. Το ατύχημα , όμως, του Plant στη Ρόδο, τον καθήλωσε για μήνες στο κρεβάτι , με αποτέλεσμα να αναβάλλουν τη συνάντηση, αλλά και την προγραμματισμένη τουρνέ τους. Ύστερα από αυτό, με βαριά καρδιά η μπάντα μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί το Presence, που κυκλοφόρησε το Φλεβάρη του ’75, μία δισκογραφική δουλειά στο μεταίχμιο μεταξύ συμβατικού και κακού-λυπάμαι, Jimmy, αλλά έτσι είναι.
Ένα χρόνο αργότερα, αφού είχε κυκλοφορήσει το The song remains the same-από live του ’73 με εννέα δυνατά κομμάτια- και το γκρουπ ετοιμαζόταν για περιοδεία, μία σοβαρή ίωση του Page στάθηκε αιτία να αναβληθεί, ενώ μερικούς μήνες αργότερα ακυρώθηκε η προγραμματισμένη έναρξή της στις 27 Ιουλίου, εξαιτίας του θανάτου του γιου του Plant, Karac. Βλέποντας τις ατυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη, ο Plant δήλωσε : «Δεν πρόκειται να ξανατραγουδήσω με αυτό το γκρουπ.»
Δεν επρόκειτο , όμως , να επιβεβαιώσει την δήλωση αυτή, διότι το Φλεβάρη του ’79, μετά από πιέσεις του Bonham, κυκλοφόρησε το όγδοο τη σειρά άλμπουμ, με τίτλο In through the outdoor, με μοναδικά καλά κομμάτια το All my love, το I’ m gonna crawl και το South Bound Saurez. Σ’ αυτό οι Led Zeppelin προσπάθησαν να γίνουν πιο εμπορικοί και να πληρώσουν τις προσδοκίες του νεότερου κοινού με πιο ανάλαφρο ήχο, αλλά το εγχείρημα απέτυχε και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό.
Το τελικό χτύπημα ήρθε για το συγκρότημα στις 25 Σεπτεμβρίου του ’80, όταν ο Bonham πέθανε από αναρρόφηση στο σπίτι του στο Λονδίνο και με αυτό έκλεισε ο δημιουργικός κύκλος των Zep, καθώς στις 4 Δεκέμβρη του ίδιου έτους ανακοίνωσαν στον Grant ότι διαλύονται.
Το CODA που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα περιείχε ανέκδοτο υλικό από την εποχή των παχιών αγελάδων ¨ εντούτοις, πέρα από το Bonzo’ s Montreaux, ένα ευρηματικό drum solo, και το We ’re gonna groove, ο δίσκος αυτός ήταν ότι χειρότερο έχουν βγάλει οι Led Zeppelin. Ένα «φάλτσο» κύκνειο άσμα.
Παρά τη λήξη της θητείας τους στη ροκ, οι Led Zeppelin άφησαν ποικίλα ερωτηματικά σχετικά με τον χαρακτήρα, το ύφος, τις επιρροές και τη σχέση τους με το μυστικισμό, τα οποία απασχολούν ακόμη και σήμερα, 31 χρόνια μετά την διάλυσή τους. Αυτό ,βέβαια, συναποδεικνύει μαζί με άλλα πόσο μεγάλη μπάντα ήταν και πόση επίδραση άσκησαν και συνεχίζουν να ασκούν στη ροκ μουσική.
Προσπαθώντας να δώσουμε την δική μας απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, θα λέγαμε πως ως προς το ύφος , την ατμόσφαιρα και τη μορφή του ήχου τους, οι Led δεν ακολουθούν την πεπατημένη. Είναι κατά βάση ροκ. Τα στοιχεία , όμως, classic blues και κέλτικης folk, που εισάγουν οι Page και Plant, λόγω της προηγούμενης ενασχόλησής τους με την πρώτη και λόγω κέλτικης καταγωγής τους είναι εμφανή σε τραγούδια όπως το You shook me και το Bron-Y-Aur Stomp.Έντονα διακριτό είναι και το jazz background κυρίως όσον αφορά τις κλίμακες και κάποια σόλο, αλλά και το φλερτάρισμα με την soul και τη funk, που εισήγαγαν οι Bonham και Jones. Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι ανατολίτικες επιρροές, οι οποίες είναι πρόδηλες στο ατμοσφαιρικό και δυναμικό Kashmir που ηχογραφήθηκε μετά το ταξίδι του Page και του Plant στην Αφρική και την Ινδία.
Όσες , όμως, διαφορετικές και ετερόκλητες μεταξύ τους επιδράσεις και να δέχθηκαν, ο classic rock, heavy metal, ψυχεδελικός old school hard core χαρακτήρας τους κυριαρχεί , ειδικά στο Ηeartbreaker, το Communication Breakdown, το Immigrant Song, το Rock and Roll κ.ά. και τους κατατάσσει ξεκάθαρα στους σημαντικότερους καθαρόαιμους ροκάδες των τελευταίων δεκαετιών.
Όσον αφορά , τώρα, την ατμόσφαιρα που δημιουργούν , αλλά και τις στιχουργικές τους επιλογές, διαπιστώνουμε ουκ ολίγες αναφορές στην κέλτικη, σκανδιναβική και ελληνική μυθολογία- Achilles last stand, No Quarter κ.ά.- και φυσικά στους ήρωες του αγαπημένου του Plant, Tolkien. Οι Zeppelin δημιούργησαν με τα τραγούδια τους έναν δικό τους φανταστικό κόσμο, στον οποίο οι ευρηματικές τους μελωδίες παντρεύονται με τις ιστορίες για τα hobbits, τον άρχοντα, τη Mordor , τα ξωτικά, τις αιώνιες μάχες-The Battle of evermore- τους μάγους και τους ανθρώπους. Μας εισάγουν σ’ αυτές τραγουδώντας μας Over the hills and far away, Ramble on και Misty Mountain Hop.
Όσο μυστηριακό και σκοτεινό και να φαίνεται αυτό το κλίμα, όσο κι αν έχουμε ακούσει τα μύρια όσα για το Stairway to heaven, όσα κι αν ειπώθηκαν για τα εξώφυλλα των δίσκων με το μαύρο οβελίσκο στο φόντο, η πραγματικότητα είναι μία και αντικειμενική(πάντα έτσι ήταν): Οι Led Zeppelin είναι και σκοτεινοί και μυστηριώδεις. Είναι όμως και το σημαντικότερο ροκ συγκρότημα από το ’60 και μετά, με την τεράστια εμπορική του επιτυχία, το peak και τη free fall του, τις καταχρήσεις των μελών του και τα catchy παρασκήνιά του. Και ό,τι και να λέμε, κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει το παίξιμο του Jimmy Page με το δοξάρι, τη θεατρικότητα της φωνής του Robert Plant και τις κινήσεις του on stage , τα πρωτοπόρα σολαρίσματα του John Bonham και τους απίστευτους δακτυλισμούς του so, so cool J.P.Jones. Mε αυτούς στο τιμόνι, το μολυβένιο μπαλόνι δεν πρόκειται να βουλιάξει ποτέ.

















